Βαγγέλης Κορακάκης - 5 δίσκοι 1 Ιστορία

Πολυμέσα

Τραγουδοποιός με αρετές και βαθιά πίστη στο τραγούδι που έμαθε να ακούει από μικρός στις γειτονιές της Καισαριανής. Από τους ελάχιστους, αν όχι ο μόνος, νεότερος…

συνθέτης-μπουζουξής που συνδέεται κατευθείαν με την ψυχή του καταραμένου όσο και ένδοξου τραγουδιού των μπουζουκιών. Αυτό δεν σημαίνει ότι, ο Κορακάκης, είναι παρωχημένος ή παλιός. Εκσυγχρονίζεται, όμως, με τους δικούς του ρυθμούς και όρους σε αντιδιαστολή με αυτούς που επιβάλλονται στις σύγχρονες κοινωνίες. -

Ανδρώθηκε στην Καισαριανή, λοιπόν, αυτή είναι η βάση του κι εκεί γράφει και παίζει τα τραγούδια του, από τα χρόνια του ’80, τότε που μπήκε και στη δισκογραφία, μελοποιώντας σε πρώτη φάση τρία τραγούδια σε στίχους του Τάσου Σαμαρτζή και δισκογραφώντας στη συνέχεια αποκλειστικά δικά του, τα οποία όλα αυτά τα χρόνια ερμήνευσαν οι: Δημήτρης Μητροπάνος, Λάκης Χαλκιάς, Πόλυ Πάνου, Αντώνης Καλογιάννης, Γιάννης Ντουνιάς, Κατερίνα Κούκα, Ελένη Τσαλιγοπούλου, Γεράσιμος Ανδρεάτος, Γιώτα Νέγκα, Αφεντούλα Ραζέλη, Κώστας Μάντζιος, Γιώργος Τζώρτζης, Χαρά Πομώνη, Στέλιος Γαλανός, Σταυρούλα Μανωλοπούλου, Μαρία Ρουσσέα, Αλέκος Δεληγιάννης, Αντιγόνη Μπούνα, Ρένα Στάμου κ.ά, αλλά και ο ίδιος με τη ρεμπέτικη φωνή του που μας θυμίζει ότι η εκφραστική ιδιαιτερότητα των προπατόρων, τοποθετημένη – ακόμη και ακατέργαστη – στον παρόντα χρόνο, από ταλαντούχους ανθρώπους, παραμένει ισχυρή. Τα τελευταία χρόνια βρίσκεται δίπλα του και ο γιος του Βασίλης, ο οποίος παίζει μπουζούκι και τραγουδά με εκείνο τον ωραίο τρόπο που μας συγκινούσαν οι παλιοί Έλληνες -

ΟΙ ΑΡΧΟΝΤΕΣ (1988)

Στο ένθετο της ψηφιακής επανέκδοσης του δίσκου ο δημιουργός του αναφέρει πως αν ηχογραφούσε τα τραγούδια αυτά τώρα, ίσως φρόντιζε να τα πουν πολύ καλές φωνές. Ευτυχώς, όμως, που ηχογραφήθηκαν τότε, γιατί, προσωπικά, πιστεύω ότι ο Κορακάκης δεν έχει, όσον αφορά την ουσία των τραγουδιών του, ανάγκη τις συμβατικές ή κανονικές, όσο καλές κι αν είναι αυτές, φωνές της τρέχουσας κατάστασης. Η μαγεία, άλλωστε, βρίσκεται στο απόκοσμο που κόμισαν οι «Άρχοντες» το 1988, δηλαδή στις «παράξενες» φωνές του Κορακάκη και του Τζώρτζη (που τότε έπαιζαν μαζί αυτά τα τραγούδια στο «Παλιό μας σπίτι» στην Καισαριανή), στις ταιριαστές διφωνίες τους, που επανέφεραν με νέο υλικό τη λησμονημένη τέχνη του λαϊκού τραγουδιού καθώς και την ουσία του η οποία δεν αποδίδεται από στρογγυλεμένες, κοινότοπες φωνές, αλλά από φωνές που μπορούν να κουβαλήσουν το νόημα και το βάρος του και μερικές φορές ακόμη κι εκείνη την σκοτεινή αίσθηση του περιθωρίου. Ένα κοινωνικό περιθώριο με το οποίο το λαϊκό τραγούδι υπήρξε απόλυτα συνδεδεμένο. Η μαγεία επίσης βρίσκεται στα «μυστήρια» τραγούδια του Κορακάκη. Στα γκρίζα και απόκοσμα «Πέραμα» και «Στον Ταύρο στην Καισαριανή», στο θλιμμένο «Πρώτο φθινόπωρο», στον μοναχικό «Κάβο», ή στα «Έρχονται βράδυα» και «Στη σκέψη της τρελής». Σε τραγούδια, δηλαδή, που αποτελούν, μαζί με άλλα, τον πυρήνα του ρεπερτορίου του μπουζουξή-τραγουδοποιού από την Καισαριανή, ο οποίος μας συστήθηκε με ένα δίσκο, το υλικό του οποίου θα επανέρχεται συχνά. Η πρώτη όμως αίσθηση αυτής της γνωριμίας θα παραμένει αξεπέραστη. -

ΜΠΟΥΖΟΥΞΗΔΕΣ ΜΕ ΠΥΞΙΔΕΣ (1992)

Οι «μπουζουξήδες με πυξίδες» ήταν ένας από τους ελάχιστους ελκυστικούς και ενδιαφέροντες λαϊκούς δίσκους της εποχής του. Τα τραγούδια αυτά ο Βαγγέλης τα πρωτοπαρουσίασε, καιρό πριν, στον 902 αριστερά στα Fm και τα έπαιξε ζωντανά στο μικρό «Μέγαρο», ένα μικρό χώρο 50-60 ανθρώπων, στην Καισαριανή. Το συμβολικό και εμβληματικό εξώφυλλο σε προδιέθετε για το περιεχόμενο: λαϊκά τραγούδια φτιαγμένα με την παλιά «συνταγή», με τη λιτότητα και το αυστηρό πάτημα του Κορακάκη. Αυτή τη φορά η παρέα διανθίστηκε από τη φωνητική παρουσία τριών γυναικών: της παλιάς τραγουδίστριας (του Τσιτσάνη, του Μητσάκη και του Χρυσίνη) Ρένας Στάμου, της ανερχόμενης, τότε, Ελένης Τσαλιγοπούλου και της πρωτοεμφανιζόμενης Αφεντούλας Ραζέλη. Πρώτη εμφάνιση και για τον Κώστα Μάντζιο σε έναν ακόμη θεμελιακό, για τον Κορακάκη, δίσκο, που έβγαλε το αλέγκρο «Σερβικάκι ερωτικό», το αισθησιακό τσιφτετελάκι «Το ποτηράκι της καρδιάς», επανέφερε το «Πρώτο φθινόπωρο» με τη Ρένα Στάμου, η οποία, κατά τον δημιουργό, πρωτοέκανε ντέμο, και, βεβαίως, το ακραιφνούς κορακακικής έμπνευσης και μυθολογίας «Μοίρα μου γιατί να κλάψω», που ηχογραφήθηκε στο στούντιο του 902 Αριστερά στα FM για λογαριασμό της εκπομπής «Μαθήματα Πατριδογνωσίας», τον Ιανουάριο του 1991.

ΛΑΥΡΙΟ (1993)

Το Λαύριο υπήρξε ένας οριακός για την εποχή του, όσο και για τη μετέπειτα πορεία του Κορακάκη, δίσκος. Όχι γιατί μ’ αυτόν ο δημιουργός του μεταμορφώθηκε ή καινοτόμησε, αλλά, διότι έκτοτε η αντίληψή του για τον ήχο των τραγουδιών του έδειξε να σταθεροποιείται. Δεμένες ορχήστρες και τραγούδια συναισθηματικής φόρτισης και «ιδεολογικής» κατεύθυνσης. Μοναχικά, θλιμμένα αλλά και ερωτικά, με τον τρόπο, το ήθος και τη συστολή του Κορακάκη. Για την απόδοσή τους εκλήθησαν μια σειρά από τους καλύτερους μουσικούς της νέας γενιάς, που εν πολλοίς αποτέλεσαν και τη βάση για τις ηχογραφήσεις σημαντικού μέρους του νεότερου υλικού του συνθέτη (Μαν. Πάππος, Θανάσης Σοφράς, Ηρακλής Βαβάτσικας, Σπύρος Γκούμας) και οι φωνές της Ελένης Τσαλιγοπούλου, που απογείωσε τη «Χαμένη χαρά», της Αφεντούλας Ραζέλη, στη φωνή της οποίας πάτησε η «Μαγεμένη αγκαλιά», του Άλκη Μαύρου, ο οποίος εκείνο τον καιρό έπαιζε – μαζί με τον Κορακάκη – τα τραγούδια του δίσκου στην Καισαριανή, για να αποδώσει το κολασμένο ζεϊμπέκικο «Χίλιες φορές πονούσα», ενώ στο Λαύριο εγκαινιάστηκε η συνεργασία του συνθέτη με τον Γεράσιμο Ανδρεάτο, ο οποίος κατέδειξε με την παρθενική του εμφάνιση, τις δυνατότητές του, ερμηνεύοντας τη λαϊκή ρούμπα «Ο κουρασμένος δρόμος», το καμηλιέρικο «Ψάξε και βρες μου» και το καταραμένο ζεϊμπέκικο «Έτσι γιατί το ήθελε». Ιδιαίτερα έντονη υπήρξε η παρουσία της φωνής του Κορακάκη που έδωσε το στίγμα του δίσκου, ο οποίος παρά το γεγονός ότι τότε εκδόθηκε από την ανεξάρτητη εταιρεία «Τροχός» των αδελφών Δημήτρη και Αλέξη Βάκη (ο τελευταίος ενεπλάκη και με το ενορχηστρωτικό του μέρος) γνώρισε ραδιοφωνική, καλλιτεχνική και, για το δεδομένο του εγχειρήματος, εμπορική επιτυχία. -

ΠΙΚΡΟ ΦΙΛΙ (1995)

Ήδη από το Λαύριο ο Κορακάκης έχει δείξει, δειλά-δειλά, κάποιες, σχετικώς, ανανεωτικές, για τα μέτρα της αυστηρότητας του ύφους του τάσεις. Αυτό γίνεται αντιληπτό τόσο από την ενορχηστρωτική όσο και από τη μελωδική γραμμή ορισμένων τραγουδιών. Πρόκειται για τον πρώτο προσωπικό δίσκο του Γεράσιμου Ανδρεάτου. Οι ενορχηστρώσεις έγιναν από τον πιανίστα Θόδωρο Κοτεπάνο στο στούντιο Συν Ένα, με ηχολήπτη , όπως και στους προηγούμενους δίσκους του Κορακάκη, τον Σπύρο Χατζηνικολάου και οι ηχογραφήσεις, μια κι έξω, παίζοντας όλοι μαζί, διατηρώντας έτσι το νεύρο και την εκφραστική συνοχή που απαιτείται ανάμεσα στον τραγουδιστή και στους μουσικούς. Στο δίσκο περιέχονται έντεκα καινούρια τραγούδια, με κορυφαίο ίσως το ομότιτλο, κι ένα παλιότερο («Η σκέψη της τρελής»). Μάστορης του λαϊκού τραγουδιού ο Κορακάκης, παρουσιάζει κι εδώ, όπως πάντα, οικοτεχνικά, χειροποίητα τραγούδια που ηχούν περιφρονητικά, ως προς τη σύγχρονη αντίληψη των σουξεδοποιών κομπιουτεράδων για το άμοιρο το λαϊκό τραγούδι.

ΚΡΥΠΤΗ (2002)

Αυτός (υπό προυποθέσεις και μερικούς διαφορετικούς χειρισμούς) θα μπορούσε να είναι ο πιο αντιπροσωπευτικός, μετά τους «Άρχοντες», δίσκος του Κορακάκη, μιας και περιέχει ορισμένες από τις πιο καίριες στιγμές και αναφορές στην ψυχοσύνθεση και τη στιχομυθία του, οι οποίες δίνουν το λαϊκό τραγούδι στην πραγματική του διάσταση: συγκινητικό και ανθρώπινο, που φτάνει στα όρια του καταραμένου. Το άπλετο φως του καταγάλανου ουρανού στο εξωτικό, εξαιρετικό, εξώφυλλο του δίσκου δεν συνάδει απαραίτητα με το περιεχόμενο του, που έρχεται πιο σκοτεινό, θλιμμένο και μοναχικό, με τον κρύο ήλιο του, την αγάπη που φεύγει και νυχτώνει, την παράξενη κρύπτη όπου μαζεύονται οι μάγοι τις νυχτιές και τα σχοινιά περνάνε μέσα από τις βελόνες, το μπάρκο της υπομονής, τα πέντε παιδιά και τη μαύρη μοίρα της λαϊκής γειτονιάς, τις δυο πόρτες στον καημό, τα μεσάνυχτα που χτύπησαν στου κόσμου το ρολόι και την παράξενη μέρα της παράξενης γης. Τραγούδια που θα μπορούσαν να αποτελούν ένα ενιαίο θεματικό και εκφραστικό σύνολο, με τις φωνές του Στέλιου Γαλανού, της Χαράς Πομώνη, του Μανώλη Πάππου, του Δημήτρη Σταματέλλου, του Γιώργου Ευθυμιάδη και του Βαγγέλη Κορακάκη. Στην εισαγωγή, εμβόλιμα και στον επίλογο ηχούν τρία οργανικά που ολοκληρώνουν έναν ιδιότυπο και ίσως λόγω κάποιων συγκυριών, αδικημένο δίσκο, που ίσως ακόμη να μην έχει πάρει τη θέση που του αρμόζει. -

ΠΗΓΗ: http://www.ogdoo.gr/portal/index.php?option=ozo_content&perform=view&id=2461&Itemid=150